Meaning of ακτινοβολήσετε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
- θα ακτινοβολήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακτινοβολώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.