Meaning of ακτινοβολήσω | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακτινοβολώ
- θα ακτινοβολήσω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακτινοβολώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.