HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακολουθούμενος | Babel Free

Verb feminine CEFR C2
/a.ko.luˈθu.me.nos/

Ορισμοί

  1. που τον ακολουθούν (για πρόσωπα)
  2. που ακολουθείται, που εφαρμόζεται

Παραδείγματα

“εφτασε στην δεξίωση ακολουθούμενος από τους παρατρεχάμενούς του”
“η ακολουθούμενη τακτική δεν οδηγεί πουθενά”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακολουθούμενος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course