Meaning of ακολουθιακός | Babel Free
/a.ko.lu.θi.aˈkos/Ορισμοί
- σχετιζόμενος με ή αναφερόμενος στην ακολουθία
- σειριακός
- που έχει σχέση με ακολουθία ή αναφέρεται σ' αυτή
- που αφορά κυκλώματα που η έξοδός τους συναρτάται με τις τιμές εισόδου αλλά και την προηγούμενη κατάσταση του κυκλώματος
Παραδείγματα
“※ 2006-8 «Εφαρμογές Πληροφορικής Υπολογιστών (Λυκείου), Περιγραφή, Μαγνητική ταινία»”
“※ 2022 Νίκος Γιαλελής, «Θεωρία κατανομών», σελ. 37”
“※ 2013 «Βασικά ακολουθιακά κυκλώματα, 6.1 Εισαγωγή»”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.