Meaning of αιτίαση | Babel Free
/eˈti.a.si/Ορισμοί
-
στοχευμένη κατηγορία, κατηγορία στρεφόμενη έναντι κάποιου formal
- διατύπωση ήπιας διαμαρτυρίας προς όργανο του κράτους ή της διοίκησης αυτού
Παραδείγματα
“αρκετά ανέχτηκα τις ανακριβείς αιτιάσεις στο πρόσωπό μου”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.