Meaning of αιολικός | Babel Free
/e.o.liˈkos/Ορισμοί
- που συσχετίζεται με τους ανέμους
- που αναφέρεται σε ή έχει σχέση με τους Aιολείς (φυλή αρχαίων Ελλήνων)
Ισοδύναμα
English
Aeolian
Παραδείγματα
“αιολικό πάρκο”
wind farm
“αιολική άρπα”
Aeolian harp
“αιολική ενέργεια”
“αιολική διάλεκτος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.