HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αιολικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
e.o.liˈkos

Ορισμοί

  1. που συσχετίζεται με τους ανέμους
  2. που αναφέρεται σε ή έχει σχέση με τους Aιολείς (φυλή αρχαίων Ελλήνων)

Ισοδύναμα

Españoleólico
Françaiséolien
9 more languages

Παραδείγματα

“αιολικό πάρκο”

wind farm

“αιολική άρπα”

Aeolian harp

“αιολική ενέργεια”
“αιολική διάλεκτος”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αιολικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free