αιμοδοσία
Ορισμοί
το να προσφέρει κάποιος το αίμα του για την εξυπηρέτηση των νοσοκομειακών αναγκών (π.χ. μετάγγιση, αιμοκάθαρση, τράπεζα αίματος, εγχείρηση κ.λπ.)
Ισοδύναμα
12 more languages
DeutschBlutspende
Suomiverenluovutus
Magyarvéradás
日本語献血
한국어헌혈
Македонскикрводарителство
Polskikrwiodawstwo
Portuguêsdoação de sangue
Svenskablodgivning
Kiswahiliuchangiaji damu
తెలుగురక్తదానము
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free