Meaning of αθηροσκλήρωση | Babel Free
Ορισμοί
πάθηση του κυκλοφορικού και, συγκεκριμένα, η αθηρωμάτωση των αρτηριών, δηλαδή η εναπόθεση στο εσωτερικό τοίχωμά τους ουσιών που προκαλούν στένωση και μείωση της ελαστικότητάς τους, με συνέπεια ένα είδος σκλήρυνσης
Παραδείγματα
“※ γίνεται πολύς λόγος και για την επίδραση της γενετικής στη διαδικασία της αθηροσκληρώσεως (Βρήκαν το γονίδιο της υπέρτασης, εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 8/7/2010, https://www.tanea.gr/2010/07/08/health/brikan-to-gonidio-tis-ypertasis)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.