Meaning of αθήρωμα | Babel Free
Ορισμοί
η λιπώδης πλάκα που σχηματίζεται στα τοιχώματα των αγγείων (αρτηριών) του κυκλοφορικού συστήματος, εξαιτίας της εναπόθεσης χοληστερίνης, με συνέπεια τον εκφυλισμό του επιθηλίου τους
Ισοδύναμα
English
atheroma
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.