Meaning of αεριο- | Babel Free
/a.e.ɾi.o/Ορισμοί
πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι κάτι σχετίζεται με αέρια, παράγεται από αυτά ή κινείται με τη δύναμή τους
Παραδείγματα
“αεριογεννήτρια”
“αεριόμετρο, αεριόφως”
“αεριούχος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.