Meaning of αεριοφυλάκιο | Babel Free
Ορισμοί
δοχείο στο οποίο αποθηκεύονται καύσιμα αέρια σε συνθήκες σταθερής πίεσης, ώστε μετά να γίνει μεταφορά τους για κατανάλωση
neologism
Ισοδύναμα
English
gasholder
Παραδείγματα
“※ Έναν αιώνα πριν, το εργοστάσιο φωταερίου που κατασκευάστηκε το 1862 ήταν το καμάρι της Αθήνας. Είχε τέσσερα αεριοφυλάκια και το ένα απ’ αυτά, μεγαλύτερο, είχε κατασκευαστεί το 1909.”
“※ Τα αεριοφυλάκια ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της γραμμής παραγωγής του φωταερίου. Πρόκειται για τεράστια κυλινδρικά δοχεία όπου αποθηκευόταν το αέριο πριν προωθηθεί με αγωγούς στο δίκτυο της πόλης.”
“※ Το βιοαέριο (400 – 500 L/Kg οργανικών ουσιών) αποθηκεύεται σε αεριοφυλάκιο και θα χρησιμοποιείται για την λειτουργία της μονάδας.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.