Σημασία του αειφόρος | Babel Free
a.iˈfo.ɾosΟρισμοί
αυτός που εγγυάται την αειφορία, που εξασφαλίζει την παραγωγή αγαθών χωρίς την μείωση της παραγωγικής δυνατότητας
Ισοδύναμα
Català
sostenible
Čeština
udržitelný
Ελληνικά
διατηρήσιμος
Galego
sostible
Magyar
fenntartható
Bahasa Indonesia
berkelanjutan
ქართული
მდგრადი
Te Reo Māori
toitū
Polski
zrównoważony
Kiswahili
endelevu
Tagalog
likas-kaya
Παραδείγματα
“αειφόρος ανάπτυξη”
sustainable development
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free