HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγχωτικά | Babel Free

Adverb CEFR B2
/aŋ.xo.tiˈka/

Ορισμοί

  1. κατά τρόπο αγχωτικό, που συνοδεύεται από άγχος ή το προκαλεί
  2. πολυτονική γραφή του αγχωτικά

Παραδείγματα

“※ Γνώριζε, ἤ μᾶλλον διαισθανόταν ἀγχωτικά, τίς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ζευγαρώματος ἐπειδή τά συμβαλλόμενα κορμιά διέφεραν ριζικά καί ὡς πρός τή φυσιολογία.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγχωτικά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course