Meaning of αγχωτικά | Babel Free
/aŋ.xo.tiˈka/Ορισμοί
- κατά τρόπο αγχωτικό, που συνοδεύεται από άγχος ή το προκαλεί
- πολυτονική γραφή του αγχωτικά
Παραδείγματα
“※ Γνώριζε, ἤ μᾶλλον διαισθανόταν ἀγχωτικά, τίς ἀπαιτήσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους ζευγαρώματος ἐπειδή τά συμβαλλόμενα κορμιά διέφεραν ριζικά καί ὡς πρός τή φυσιολογία.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.