Meaning of αγρός | Babel Free
/aˈɣɾos/Ορισμοί
- έκταση γης που καλλιεργείται
- ανδρικό επώνυμο
-
αγροί: περιοχή όπου βρίσκονται χωράφια plural
Ισοδύναμα
English
field
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: χωράφι”
“< υπώνυμα: αμπελώνας, ελαιώνας, ορυζώνας”
“※ Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 51.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.