HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγρός | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/aˈɣɾos/

Ορισμοί

  1. έκταση γης που καλλιεργείται
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. αγροί: περιοχή όπου βρίσκονται χωράφια
    plural

Ισοδύναμα

English field

Παραδείγματα

“≈ συνώνυμα: χωράφι”
“< υπώνυμα: αμπελώνας, ελαιώνας, ορυζώνας”
“※ Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 51.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course