Meaning of αγκύλωση | Babel Free
/anˈɟi.lo.si/Ορισμοί
- πιάσιμο σε μύες που οφείλεται σε παρατεταμένο τέντωμά τους σε σταθερή θέση, δυσκολία κάμψης των μελών του σώματος
- η έλλειψη προσαρμοστικότητας στη μεταβολή των νέων συνθηκών
Ισοδύναμα
English
ankylosis
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.