Meaning of αγιο- | Babel Free
/ˈaʝo/Ορισμοί
- το επίθετο άγιος ως πρώτο συνθετικό σε προσδιοριστικά ή κτητικά σύνθετα επίθετα, ουσιαστικά
- το επίθετο άγιος ως πρώτο συνθετικό σε αντικειμενικά σύνθετα
Παραδείγματα
“αγιο- (agio-) + γράφω (gráfo, “to write”) → αγιογραφία (agiografía, “hagiography”)”
“αγιο- (agio-) + -ποιώ (-poió, “verbal ending”) → αγιοποιώ (agiopoió, “to sanctify, to make a saint”)”
“αγιο- (agio-) + κλήμα (klíma, “vine”) → αγιόκλημα (agióklima, “honeysuckle”)”
“αγιο- (agio-) + -ότητα (-ótita, “noun ending”) → αγιότητα (agiótita, “holiness”)”
“αγιο- (agio-) + πολίτης (polítis, “citizen”) → αγιοπολίτης (agiopolítis, “resident of Jerusalem”)”
“αγιοβασιλιάτικος, Αγιορείτης”
“αγιόκλημα”
“αγιάγκαθο”
“αγιογράφος, αγιογραφία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.