Meaning of αγγειοπλάστης | Babel Free
/aŋ.ɟi.oˈpla.stis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- τεχνίτης που κατασκευάζει αγγεία και κεραμικά
Ισοδύναμα
English
Potter
Παραδείγματα
“※ Από τις καινοτομίες του Λαογραφικού Μουσείου Σάμου τα επτά ανεξάρτητα εργαστήρια στον περιβάλλοντα χώρο, που αποδίδουν όσο γίνεται πιστότερα τον χώρο και τις συνθήκες εργασίας αντιπροσωπευτικών επαγγελμάτων του νησιού, όπως ο σιδεράς και ο αγγειοπλάστης, που τείνουν σήμερα προς εξαφάνιση.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.