Meaning of αγγειοπλαστική | Babel Free
/aŋ.ɟi.o.pla.stiˈci/Ορισμοί
- η τεχνική της κατασκευής αγγείων
- η εγχείρηση με την οποία πετυχαίνεται η αιμάτωση του μυοκαρδίου σε περίπτωση απόφραξης των αγγείων του
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η αγγειοπλαστική αφορά τη διάνοιξη φραγμένων αρτηριών εισάγοντας εντός τους ένα μικρό μπαλονάκι. Η επέμβαση διεξάγεται στο πλαίσιο της μη επείγουσας αντιμετώπισης μπλοκαρίσματος στις αρτηρίες.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.