HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αγγειοπλαστική | Babel Free

Noun feminine CEFR C2
/aŋ.ɟi.o.pla.stiˈci/

Ορισμοί

  1. η τεχνική της κατασκευής αγγείων
  2. η εγχείρηση με την οποία πετυχαίνεται η αιμάτωση του μυοκαρδίου σε περίπτωση απόφραξης των αγγείων του

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Η αγγειοπλαστική αφορά τη διάνοιξη φραγμένων αρτηριών εισάγοντας εντός τους ένα μικρό μπαλονάκι. Η επέμβαση διεξάγεται στο πλαίσιο της μη επείγουσας αντιμετώπισης μπλοκαρίσματος στις αρτηρίες.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αγγειοπλαστική used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course