Meaning of αγγειονευρωτικό οίδημα | Babel Free
/aŋ.ɟi.o.ne.vɾo.tiˈko ˈi.ði.ma/Ορισμοί
αλλεργική αντίδραση που προκαλεί ανώδυνο πρήξιμο στο δέρμα ή στους βλεννογόνους
Παραδείγματα
“※ Ο 7χρονος γιος του ζευγαριού, Χρήστος, πάσχει από αγγειονευρωτικό οίδημα του λάρυγγα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται να έχει πάντα μαζί του, σε περίπτωση κρίσης, σύριγγα με ισχυρή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική ουσία.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.