Meaning of αγγειοπάθεια | Babel Free
/aŋ.ɟi.oˈpa.θi.a/Ορισμοί
γενική ονομασία πάθησης των αγγείων
Ισοδύναμα
English
angiopathy
Παραδείγματα
“※ Η διαβητική αγγειοπάθεια ιδιαίτερα των μικρών αγγείων της καρδιάς δεν συνοδεύεται πάντα από υψηλή τιμή σακχάρου στο αίμα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.