Meaning of αγαθο- | Babel Free
/a.ɣa.θo/Ορισμοί
- το επίθετο αγαθός ως πρώτο συνθετικό (συχνά, μειωτικό)
- το ουσιαστικό αγαθό ως πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“αγαθοπιστία”
“αγαθόπιστος”
“αγαθάγγελος”
“αγαθοεργία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.