Meaning of αβελτίωτος | Babel Free
/a.velˈti.o.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει βελτιωθεί ή δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί
- που δεν έχει δεχθεί γενετική βελτίωση
Παραδείγματα
“※ Οι ελληνικοί γάιδαροι αποτελούν μιαν αβελτίωτη φυλή με έντονα τα χαρακτηριστικά των άγριων προγόνων τους, σε αντίθεση με τους κύπριος όνους, που είναι σαφώς βελτιωμένοι, μεγαλόσωμοι, σκουρόχρωμοι και πιστεύεται πως προέρχονται από βελτιωμένες φυλές της Αιγύπτου.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.