Meaning of αβδέλλα | Babel Free
/avˈðε.la/Ορισμοί
-
βδέλλα vulgar
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Αβδελλάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αβδελλάς
- ασθένεια που προσέβαλε πρόβατα και άλλα ζώα, κατά την οποία παράσιτο που είχε σχήμα φύλλου πρίνου, προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στους πνεύμονες -κατά μία εκδοχή συνώνυμο της κλαπάτσας
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.