HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβδέλλα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/avˈðε.la/

Ορισμοί

  1. βδέλλα
    vulgar
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Αβδελλάς
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αβδελλάς
  4. ασθένεια που προσέβαλε πρόβατα και άλλα ζώα, κατά την οποία παράσιτο που είχε σχήμα φύλλου πρίνου, προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στους πνεύμονες -κατά μία εκδοχή συνώνυμο της κλαπάτσας

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβδέλλα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course