Meaning of αβδέλλας | Babel Free
/av.ðεˈlas/Ορισμοί
-
γενική ενικού του αβδέλλα genitive, singular
- χωριό, στην Κρήτη
-
ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης dated
- ανδρικό επώνυμο, από επάγγελμα (θηλυκό Αβδελλά)
- το άτομο που μάζευε βδέλλες όπως π.χ. αθίγγανοι και άλλοι που έμπαιναν σε βάλτους ώστε να κολλήσουν οι βδέλλες στα πόδια τους και μετά να τις αποκολλήσουν για να τις πουλήσουν
Παραδείγματα
“άλλη γραφή: Αβδελάς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.