HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αβδέλλας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
av.ðεˈlas

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του αβδέλλα
    genitive, singular
  2. χωριό, στην Κρήτη
  3. ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης
    dated
  4. ανδρικό επώνυμο, από επάγγελμα (θηλυκό Αβδελλά)
  5. το άτομο που μάζευε βδέλλες όπως π.χ. αθίγγανοι και άλλοι που έμπαιναν σε βάλτους ώστε να κολλήσουν οι βδέλλες στα πόδια τους και μετά να τις αποκολλήσουν για να τις πουλήσουν

Παραδείγματα

“άλλη γραφή: Αβδελάς”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβδέλλας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free