HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβδέλλας | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/av.ðεˈlas/

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του αβδέλλα
    genitive, singular
  2. χωριό, στην Κρήτη
  3. ο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης
    dated
  4. ανδρικό επώνυμο, από επάγγελμα (θηλυκό Αβδελλά)
  5. το άτομο που μάζευε βδέλλες όπως π.χ. αθίγγανοι και άλλοι που έμπαιναν σε βάλτους ώστε να κολλήσουν οι βδέλλες στα πόδια τους και μετά να τις αποκολλήσουν για να τις πουλήσουν

Παραδείγματα

“άλλη γραφή: Αβδελάς”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβδέλλας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course