Σημασία του αβαντζάρω | Babel Free
a.vanˈd͡za.ɾoΟρισμοί
-
προκαταβάλλω vulgar
-
προσφέρω περισσότερα, πλειοδοτώ vulgar
-
επαυξάνω vulgar
-
προοδεύω vulgar
-
προωθώ (ένα προϊόν, μια άποψη, ένα πρόσωπο) vulgar
-
πλεονάζω vulgar
Παραδείγματα
“του αβαντζάρισα τρείς χιλιάδες”
“ο ιχθυέμπορος αβαντζάρισε όλα τα ψάρια δύο χιλιάδες ευρώ”
“από τον άλλο μήνα μάλλον θα μάς αβαντζάρουν τους μισθούς”
“ο μικρός αβαντζάρει συνέχεια”
“σου αβαντζάρει λίγο λάδι να μού δώσεις;”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free