Σημασία του έσκυψε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος σκύβω
Παραδείγματα
“Έσκυψε για να μαζέψει το κλειδί από το πάτωμα.”
He bent down to pick up the key from the floor.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free