HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έξαρση | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του
  2. η ενέργεια του εξαίρω
  3. η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου

Παραδείγματα

“Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)”
“μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό”
“η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έξαρση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course