Meaning of έξαρση | Babel Free
Ορισμοί
- σημείο με μεγαλύτερο ύψος από τα γειτονικά του
- η ενέργεια του εξαίρω
- η αύξηση της έντασης ή της συχνότητας ενός φαινομένου
Παραδείγματα
“Στην ανατολική Αττική οι θυελλώδεις άνεμοι έδρασαν ως «καταβάτες» από τις ορεινές εξάρσεις της περιοχής προς τη θάλασσα. (*)”
“μια έξαρση του εδάφους έκρυβε ένα προϊστορικό οικισμό”
“η έξαρση του ενθουσιασμού/ των καιρικών φαινομένων/ της ασθένειας/ της εγκληματικότητας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.