ένιωσαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος νιώθω
Παραδείγματα
“Όλοι ένιωσαν ανακούφιση όταν τελείωσε ο σεισμός.”
Everyone felt relief when the earthquake ended.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free