Σημασία του έκλαψα | Babel Free
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος κλαίω
Παραδείγματα
“Έκλαψα από χαρά όταν άκουσα τα νέα.”
I cried with joy when I heard the news.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free