Meaning of έκθλιψη | Babel Free
/ˈek.θli.psi/Ορισμοί
- η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης
- η αποβολή του ληκτικού φωνήεντος μιας λέξης πριν από άλλη λέξη με αρκτικό φωνήεν
Ισοδύναμα
English
Elision
Παραδείγματα
“πού είν᾿ αυτός (το [a] του αυτός /aˈftos/ υπερισχύει του [e] του είναι /ˈi.ne/ το οποίο εκθλίβεται σε είν᾿)”
“> υπερώνυμα: αποβολή, έκκρουση”
“≤ συνυπώνυμα: αφαίρεση, συγκοπή, συναίρεση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.