HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έκθλιψη | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈek.θli.psi/

Ορισμοί

  1. η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης
  2. η αποβολή του ληκτικού φωνήεντος μιας λέξης πριν από άλλη λέξη με αρκτικό φωνήεν

Ισοδύναμα

English Elision

Παραδείγματα

“πού είν᾿ αυτός (το [a] του αυτός /aˈftos/ υπερισχύει του [e] του είναι /ˈi.ne/ το οποίο εκθλίβεται σε είν᾿)”
“> υπερώνυμα: αποβολή, έκκρουση”
“≤ συνυπώνυμα: αφαίρεση, συγκοπή, συναίρεση”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έκθλιψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course