Meaning of άγλυκο | Babel Free
/ˈa.ɣli.ko/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του άγλυκος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άγλυκος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.