HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ωχριώ — definition

Conjugation of ωχριώ

Regular CEFR B1
o.xɾiˈo

χλωμιάζω, εξαιτίας ενός έντονου συναισθήματος ντροπής ή φόβου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ωχριώ
εσύ ωχριάς
αυτός / αυτή / αυτό ωχριά
εμείς ωχριούμε
εσείς ωχριάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ωχριούν
Παρατατικός
εγώ ωχριούσα
εσύ ωχριούσες
αυτός / αυτή / αυτό ωχριούσε
εμείς ωχριούσαμε
εσείς ωχριούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωχριούσαν
Αόριστος
εγώ ωχρίασα
εσύ ωχρίασες
αυτός / αυτή / αυτό ωχρίασε
εμείς ωχριάσαμε
εσείς ωχριάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωχρίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωχριάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ωχριάσω
εσύ ωχριάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ωχριάσει
εμείς ωχριάσουμε
εσείς ωχριάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ωχριάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ωχριάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ωχρίασε
εσείς ωχριάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ωχριάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary