Conjugation of ωφελώ
o.feˈloενεργώ θετικά, προσφέρω κάποια ωφέλεια σε κάποιον ή κάτι, συμβάλλω στην ομαλή πρόοδο ή την εξάλειψη αρνητικών παραγόντων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ωφελώ |
| εσύ | ωφελείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφελεί |
| εμείς | ωφελούμε |
| εσείς | ωφελείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφελούν |
Παρατατικός
| εγώ | ωφελούσα |
| εσύ | ωφελούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφελούσε |
| εμείς | ωφελούσαμε |
| εσείς | ωφελούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφελούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ωφέλησα |
| εσύ | ωφέλησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφέλησε |
| εμείς | ωφελήσαμε |
| εσείς | ωφελήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφέλησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ωφελήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ωφελήσω |
| εσύ | ωφελήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφελήσει |
| εμείς | ωφελήσουμε |
| εσείς | ωφελήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφελήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ωφελείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ωφέλησε |
| εσείς | ωφελήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ωφελήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ωφελούμαι |
| εσύ | ωφελείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφελείται |
| εμείς | ωφελούμαστε |
| εσείς | ωφελείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφελούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφελούνταν |
| εμείς | ωφελούμασταν |
| εσείς | [ωφελούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφελούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ωφελήθηκα |
| εσύ | ωφελήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφελήθηκε |
| εμείς | ωφεληθήκαμε |
| εσείς | ωφεληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφελήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ωφεληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ωφεληθώ |
| εσύ | ωφεληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωφεληθεί |
| εμείς | ωφεληθούμε |
| εσείς | ωφεληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωφεληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ωφελείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ωφελήσου |
| εσείς | ωφεληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ωφεληθεί |