HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ωφελώ — definition

Conjugation of ωφελώ

Regular CEFR B1
o.feˈlo

ενεργώ θετικά, προσφέρω κάποια ωφέλεια σε κάποιον ή κάτι, συμβάλλω στην ομαλή πρόοδο ή την εξάλειψη αρνητικών παραγόντων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ωφελώ
εσύ ωφελείς
αυτός / αυτή / αυτό ωφελεί
εμείς ωφελούμε
εσείς ωφελείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφελούν
Παρατατικός
εγώ ωφελούσα
εσύ ωφελούσες
αυτός / αυτή / αυτό ωφελούσε
εμείς ωφελούσαμε
εσείς ωφελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφελούσαν
Αόριστος
εγώ ωφέλησα
εσύ ωφέλησες
αυτός / αυτή / αυτό ωφέλησε
εμείς ωφελήσαμε
εσείς ωφελήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφέλησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωφελήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ωφελήσω
εσύ ωφελήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ωφελήσει
εμείς ωφελήσουμε
εσείς ωφελήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφελήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ωφελείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ωφέλησε
εσείς ωφελήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ωφελήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ωφελούμαι
εσύ ωφελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ωφελείται
εμείς ωφελούμαστε
εσείς ωφελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφελούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ωφελούνταν
εμείς ωφελούμασταν
εσείς [ωφελούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ωφελούνταν
Αόριστος
εγώ ωφελήθηκα
εσύ ωφελήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ωφελήθηκε
εμείς ωφεληθήκαμε
εσείς ωφεληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφελήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωφεληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ωφεληθώ
εσύ ωφεληθείς
αυτός / αυτή / αυτό ωφεληθεί
εμείς ωφεληθούμε
εσείς ωφεληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ωφεληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ωφελείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ωφελήσου
εσείς ωφεληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ωφεληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary