Conjugation of ωριμάζω
o.ɾiˈma.zoαποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ωριμάζω |
| εσύ | ωριμάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωριμάζει |
| εμείς | ωριμάζουμε |
| εσείς | ωριμάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωριμάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ωρίμαζα |
| εσύ | ωρίμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωρίμαζε |
| εμείς | ωριμάζαμε |
| εσείς | ωριμάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωρίμαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ωρίμασα |
| εσύ | ωρίμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωρίμασε |
| εμείς | ωριμάσαμε |
| εσείς | ωριμάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωρίμασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ωριμάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ωριμάσω |
| εσύ | ωριμάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ωριμάσει |
| εμείς | ωριμάσουμε |
| εσείς | ωριμάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ωριμάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ωρίμαζε |
| εσείς | ωριμάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ωρίμασε |
| εσείς | ωριμάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ωριμάσει |