HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ωριμάζω — definition

Conjugation of ωριμάζω

Regular CEFR B1
o.ɾiˈma.zo

αποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ωριμάζω
εσύ ωριμάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ωριμάζει
εμείς ωριμάζουμε
εσείς ωριμάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ωριμάζουν
Παρατατικός
εγώ ωρίμαζα
εσύ ωρίμαζες
αυτός / αυτή / αυτό ωρίμαζε
εμείς ωριμάζαμε
εσείς ωριμάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωρίμαζαν
Αόριστος
εγώ ωρίμασα
εσύ ωρίμασες
αυτός / αυτή / αυτό ωρίμασε
εμείς ωριμάσαμε
εσείς ωριμάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ωρίμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ωριμάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ωριμάσω
εσύ ωριμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ωριμάσει
εμείς ωριμάσουμε
εσείς ωριμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ωριμάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ωρίμαζε
εσείς ωριμάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ωρίμασε
εσείς ωριμάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ωριμάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary