Conjugation of χτυπάω
xtiˈpa.oπέφτω πάνω σε κάτι ή κάποιον και πλήττομαι, τραυματίζομαι (ή χαλάω, για άψυχο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χτυπάω |
| εσύ | χτυπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπάει |
| εμείς | χτυπάμε |
| εσείς | χτυπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπάνε |
Παρατατικός
| εγώ | χτυπούσα |
| εσύ | χτυπούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπούσε |
| εμείς | χτυπούσαμε |
| εσείς | χτυπούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπούσαν |
Αόριστος
| εγώ | χτύπησα |
| εσύ | χτύπησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτύπησε |
| εμείς | χτυπήσαμε |
| εσείς | χτυπήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτύπησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χτυπήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χτυπήσω |
| εσύ | χτυπήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπήσει |
| εμείς | χτυπήσουμε |
| εσείς | χτυπήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χτύπα |
| εσείς | χτυπάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χτύπησε |
| εσείς | χτυπήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χτυπήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χτυπιέμαι |
| εσύ | χτυπιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπιέται |
| εμείς | χτυπιόμαστε |
| εσείς | χτυπιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | χτυπιόμουν |
| εσύ | χτυπιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπιόταν |
| εμείς | χτυπιόμασταν |
| εσείς | χτυπιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | χτυπήθηκα |
| εσύ | χτυπήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπήθηκε |
| εμείς | χτυπηθήκαμε |
| εσείς | χτυπηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χτυπηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χτυπηθώ |
| εσύ | χτυπηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χτυπηθεί |
| εμείς | χτυπηθούμε |
| εσείς | χτυπηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χτυπηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χτυπιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χτυπήσου |
| εσείς | χτυπηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χτυπηθεί |