HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χτυπάω — definition

Conjugation of χτυπάω

Regular CEFR C1
xtiˈpa.o

πέφτω πάνω σε κάτι ή κάποιον και πλήττομαι, τραυματίζομαι (ή χαλάω, για άψυχο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χτυπάω
εσύ χτυπάς
αυτός / αυτή / αυτό χτυπάει
εμείς χτυπάμε
εσείς χτυπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπάνε
Παρατατικός
εγώ χτυπούσα
εσύ χτυπούσες
αυτός / αυτή / αυτό χτυπούσε
εμείς χτυπούσαμε
εσείς χτυπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπούσαν
Αόριστος
εγώ χτύπησα
εσύ χτύπησες
αυτός / αυτή / αυτό χτύπησε
εμείς χτυπήσαμε
εσείς χτυπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτύπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτυπήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χτυπήσω
εσύ χτυπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό χτυπήσει
εμείς χτυπήσουμε
εσείς χτυπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χτύπα
εσείς χτυπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χτύπησε
εσείς χτυπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
χτυπήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χτυπιέμαι
εσύ χτυπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό χτυπιέται
εμείς χτυπιόμαστε
εσείς χτυπιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπιούνται
Παρατατικός
εγώ χτυπιόμουν
εσύ χτυπιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χτυπιόταν
εμείς χτυπιόμασταν
εσείς χτυπιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπιόνταν
Αόριστος
εγώ χτυπήθηκα
εσύ χτυπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό χτυπήθηκε
εμείς χτυπηθήκαμε
εσείς χτυπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χτυπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χτυπηθώ
εσύ χτυπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό χτυπηθεί
εμείς χτυπηθούμε
εσείς χτυπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χτυπηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χτυπιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χτυπήσου
εσείς χτυπηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χτυπηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary