HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χρηματίζω — definition

Conjugation of χρηματίζω

Regular CEFR B2
xɾi.maˈti.zo

υπηρετώ ως οιονεί λειτουργός σε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή σε κάποια σημαντική θέση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χρηματίζω
εσύ χρηματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό χρηματίζει
εμείς χρηματίζουμε
εσείς χρηματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χρηματίζουν
Παρατατικός
εγώ χρημάτιζα
εσύ χρημάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό χρημάτιζε
εμείς χρηματίζαμε
εσείς χρηματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρημάτιζαν
Αόριστος
εγώ χρημάτισα
εσύ χρημάτισες
αυτός / αυτή / αυτό χρημάτισε
εμείς χρηματίσαμε
εσείς χρηματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρημάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρηματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χρηματίσω
εσύ χρηματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό χρηματίσει
εμείς χρηματίσουμε
εσείς χρηματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χρηματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χρημάτιζε
εσείς χρηματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χρημάτισε
εσείς χρηματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
χρηματίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χρηματίζομαι
εσύ χρηματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χρηματίζεται
εμείς χρηματιζόμαστε
εσείς χρηματίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χρηματίζονται
Παρατατικός
εγώ χρηματιζόμουν
εσύ χρηματιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χρηματιζόταν
εμείς χρηματιζόμασταν
εσείς χρηματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χρηματίζονταν
Αόριστος
εγώ χρηματίστηκα
εσύ χρηματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χρηματίστηκε
εμείς χρηματιστήκαμε
εσείς χρηματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χρηματίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χρηματιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χρηματιστώ
εσύ χρηματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό χρηματιστεί
εμείς χρηματιστούμε
εσείς χρηματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χρηματιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χρηματίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χρηματίσου
εσείς χρηματιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χρηματιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary