Conjugation of χρηματίζω
xɾi.maˈti.zoυπηρετώ ως οιονεί λειτουργός σε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή σε κάποια σημαντική θέση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χρηματίζω |
| εσύ | χρηματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρηματίζει |
| εμείς | χρηματίζουμε |
| εσείς | χρηματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρηματίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | χρημάτιζα |
| εσύ | χρημάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρημάτιζε |
| εμείς | χρηματίζαμε |
| εσείς | χρηματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρημάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | χρημάτισα |
| εσύ | χρημάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρημάτισε |
| εμείς | χρηματίσαμε |
| εσείς | χρηματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρημάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χρηματίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χρηματίσω |
| εσύ | χρηματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρηματίσει |
| εμείς | χρηματίσουμε |
| εσείς | χρηματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρηματίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χρημάτιζε |
| εσείς | χρηματίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χρημάτισε |
| εσείς | χρηματίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χρηματίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χρηματίζομαι |
| εσύ | χρηματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρηματίζεται |
| εμείς | χρηματιζόμαστε |
| εσείς | χρηματίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρηματίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | χρηματιζόμουν |
| εσύ | χρηματιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρηματιζόταν |
| εμείς | χρηματιζόμασταν |
| εσείς | χρηματιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρηματίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | χρηματίστηκα |
| εσύ | χρηματίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρηματίστηκε |
| εμείς | χρηματιστήκαμε |
| εσείς | χρηματιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρηματίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χρηματιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χρηματιστώ |
| εσύ | χρηματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χρηματιστεί |
| εμείς | χρηματιστούμε |
| εσείς | χρηματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χρηματιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χρηματίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χρηματίσου |
| εσείς | χρηματιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χρηματιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.