HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χρηματίζω | Babel Free

Verb CEFR B2
/xɾi.maˈti.zo/

Ορισμοί

  1. υπηρετώ ως οιονεί λειτουργός σε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή σε κάποια σημαντική θέση
  2. δωροδοκώ, λαδώνω
  3. παθητική φωνή: χρηματίζομαι: δωροδοκούμαι, λαδώνομαι

Παραδείγματα

“Χρημάτισε υπουργός επί ΝΔ αλλά και επί ΠΑΣΟΚ”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χρηματίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course