Meaning of χρηματίζω | Babel Free
/xɾi.maˈti.zo/Ορισμοί
- υπηρετώ ως οιονεί λειτουργός σε κάποιο δημόσιο αξίωμα ή σε κάποια σημαντική θέση
- δωροδοκώ, λαδώνω
- παθητική φωνή: χρηματίζομαι: δωροδοκούμαι, λαδώνομαι
Παραδείγματα
“Χρημάτισε υπουργός επί ΝΔ αλλά και επί ΠΑΣΟΚ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.