HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαϊδεύω — definition

Conjugation of χαϊδεύω

Regular CEFR C2
xai̯ˈðe.vo

ψαύω απαλά με τα δάκτυλα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαϊδεύω
εσύ χαϊδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό χαϊδεύει
εμείς χαϊδεύουμε
εσείς χαϊδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαϊδεύουν
Παρατατικός
εγώ χάιδευα
εσύ χάιδευες
αυτός / αυτή / αυτό χάιδευε
εμείς χαϊδεύαμε
εσείς χαϊδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάιδευαν
Αόριστος
εγώ χάιδεψα
εσύ χάιδεψες
αυτός / αυτή / αυτό χάιδεψε
εμείς χαϊδέψαμε
εσείς χαϊδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάιδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαϊδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαϊδέψω
εσύ χαϊδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό χαϊδέψει
εμείς χαϊδέψουμε
εσείς χαϊδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαϊδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάιδευε
εσείς χαϊδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάιδεψε
εσείς χαϊδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαϊδέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαϊδεύομαι
εσύ χαϊδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χαϊδεύεται
εμείς χαϊδευόμαστε
εσείς χαϊδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χαϊδεύονται
Παρατατικός
εγώ χαϊδευόμουν
εσύ χαϊδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χαϊδευόταν
εμείς χαϊδευόμασταν
εσείς χαϊδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χαϊδεύονταν
Αόριστος
εγώ χαϊδεύτηκα
εσύ χαϊδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό χαϊδεύτηκε
εμείς χαϊδευτήκαμε
εσείς χαϊδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαϊδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαϊδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαϊδευτώ
εσύ χαϊδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό χαϊδευτεί
εμείς χαϊδευτούμε
εσείς χαϊδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαϊδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χαϊδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαϊδέψου
εσείς χαϊδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαϊδευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary