HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χασομερώ — definition

Conjugation of χασομερώ

Regular CEFR B2
xa.so.meˈɾo

σπαταλάω άσκοπα τον εργάσιμο χρόνο μου και χωρίς ουσιαστικό ή δημιουργικό αποτέλεσμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χασομεράω
εσύ χασομεράς
αυτός / αυτή / αυτό χασομεράει
εμείς χασομεράμε
εσείς χασομεράτε
αυτοί / αυτές / αυτά χασομεράνε
Παρατατικός
εγώ χασομερούσα
εσύ χασομερούσες
αυτός / αυτή / αυτό χασομερούσε
εμείς χασομερούσαμε
εσείς χασομερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χασομερούσαν
Αόριστος
εγώ χασομέρησα
εσύ χασομέρησες
αυτός / αυτή / αυτό χασομέρησε
εμείς χασομερήσαμε
εσείς χασομερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χασομέρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χασομερήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χασομερήσω
εσύ χασομερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό χασομερήσει
εμείς χασομερήσουμε
εσείς χασομερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χασομερήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χασομέραγε
εσείς χασομεράτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χασομέρησε
εσείς χασομερήστε
Απαρέμφατο αορίστου
χασομερήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary