Conjugation of χαστουκίζω
xa.stuˈcizoχτυπώ με την εσωτερική πλευρά της παλάμης μου κάποιον στο μάγουλο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χαστουκίζω |
| εσύ | χαστουκίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστουκίζει |
| εμείς | χαστουκίζουμε |
| εσείς | χαστουκίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστουκίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | χαστούκιζα |
| εσύ | χαστούκιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστούκιζε |
| εμείς | χαστουκίζαμε |
| εσείς | χαστουκίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστούκιζαν |
Αόριστος
| εγώ | χαστούκισα |
| εσύ | χαστούκισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστούκισε |
| εμείς | χαστουκίσαμε |
| εσείς | χαστουκίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστούκισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χαστουκίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χαστουκίσω |
| εσύ | χαστουκίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστουκίσει |
| εμείς | χαστουκίσουμε |
| εσείς | χαστουκίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστουκίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | χαστούκιζε |
| εσείς | χαστουκίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χαστούκισε |
| εσείς | χαστουκίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χαστουκίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | χαστουκίζομαι |
| εσύ | χαστουκίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστουκίζεται |
| εμείς | χαστουκιζόμαστε |
| εσείς | χαστουκίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστουκίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | χαστουκιζόμουν |
| εσύ | χαστουκιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστουκιζόταν |
| εμείς | χαστουκιζόμασταν |
| εσείς | χαστουκιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστουκίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | χαστουκίστηκα |
| εσύ | χαστουκίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστουκίστηκε |
| εμείς | χαστουκιστήκαμε |
| εσείς | χαστουκιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστουκίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα χαστουκιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | χαστουκιστώ |
| εσύ | χαστουκιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | χαστουκιστεί |
| εμείς | χαστουκιστούμε |
| εσείς | χαστουκιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | χαστουκιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | χαστουκίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | χαστουκίσου |
| εσείς | χαστουκιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χαστουκιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.