Conjugation of χαράζει
xaˈɾa.zithird-person singular present indicative of χαράζω (charázo, “he/she/it carves/engraves”) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| αυτός / αυτή / αυτό | χαράζει |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | χάραζε |
Αόριστος
| αυτός / αυτή / αυτό | χάραξε |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| αυτός / αυτή / αυτό | χαράξει |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | χαράξει |