HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαράζω — definition

Conjugation of χαράζω

Regular CEFR B1
xaˈra.zo

δημιουργώ μια σχετικά βαθιά τομή (χαρακιά) στην επιφάνεια ενός αντικειμένου με οξύ όργανο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαράζω
εσύ χαράζεις
αυτός / αυτή / αυτό χαράζει
εμείς χαράζουμε
εσείς χαράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαράζουν
Παρατατικός
εγώ χάραζα
εσύ χάραζες
αυτός / αυτή / αυτό χάραζε
εμείς χαράζαμε
εσείς χαράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάραζαν
Αόριστος
εγώ χάραξα
εσύ χάραξες
αυτός / αυτή / αυτό χάραξε
εμείς χαράξαμε
εσείς χαράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαράξω
εσύ χαράξεις
αυτός / αυτή / αυτό χαράξει
εμείς χαράξουμε
εσείς χαράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάραζε
εσείς χαράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάραξε
εσείς χαράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαράξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαράζομαι
εσύ χαράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό χαράζεται
εμείς χαραζόμαστε
εσείς χαράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά χαράζονται
Παρατατικός
εγώ χαραζόμουν
εσύ χαραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χαραζόταν
εμείς χαραζόμασταν
εσείς χαραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χαράζονταν
Αόριστος
εγώ χαράχτηκα
εσύ χαράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό χαράχτηκε
εμείς χαραχτήκαμε
εσείς χαραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαράχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαραχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαραχτώ
εσύ χαραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό χαραχτεί
εμείς χαραχτούμε
εσείς χαραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαραχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χαράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαράξου
εσείς χαραχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαραχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary