HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χαλάω — definition

Conjugation of χαλάω

Regular CEFR C2
xaˈlao

καταστρέφω, προκαλώ βλάβη μία συσκευή, μηχάνημα, μηχανισμό ώστε να μη λειτουργεί πια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαλάω
εσύ χαλάς
αυτός / αυτή / αυτό χαλάει
εμείς χαλάμε
εσείς χαλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλάνε
Παρατατικός
εγώ χαλούσα
εσύ χαλούσες
αυτός / αυτή / αυτό χαλούσε
εμείς χαλούσαμε
εσείς χαλούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλούσαν
Αόριστος
εγώ χάλασα
εσύ χάλασες
αυτός / αυτή / αυτό χάλασε
εμείς χαλάσαμε
εσείς χαλάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά χάλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαλάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαλάσω
εσύ χαλάσεις
αυτός / αυτή / αυτό χαλάσει
εμείς χαλάσουμε
εσείς χαλάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χάλα
εσείς χαλάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χάλασε
εσείς χαλάστε
Απαρέμφατο αορίστου
χαλάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χαλιέμαι
εσύ χαλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό χαλιέται
εμείς χαλιόμαστε
εσείς χαλιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλιούνται
Παρατατικός
εγώ χαλιόμουν
εσύ χαλιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό χαλιόταν
εμείς χαλιόμασταν
εσείς χαλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά χαλιόνταν
Αόριστος
εγώ χαλάστηκα
εσύ χαλάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό χαλάστηκε
εμείς χαλαστήκαμε
εσείς χαλαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χαλαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χαλαστώ
εσύ χαλαστείς
αυτός / αυτή / αυτό χαλαστεί
εμείς χαλαστούμε
εσείς χαλαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά χαλαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς χαλιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χαλάσου
εσείς χαλαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
χαλαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary