Conjugation of φυτεύω
fiˈte.voβάζω στη γη ή στο χώμα σπόρο ή τμήμα φυτού για να βλαστήσει (συνήθως για το σπόρο χρησιμοποιείται το ρήμα σπέρνω και όχι το φυτεύω) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυτεύω |
| εσύ | φυτεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυτεύει |
| εμείς | φυτεύουμε |
| εσείς | φυτεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυτεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | φύτευα |
| εσύ | φύτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φύτευε |
| εμείς | φυτεύαμε |
| εσείς | φυτεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φύτευαν |
Αόριστος
| εγώ | φύτεψα |
| εσύ | φύτεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φύτεψε |
| εμείς | φυτέψαμε |
| εσείς | φυτέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φύτεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυτέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυτέψω |
| εσύ | φυτέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυτέψει |
| εμείς | φυτέψουμε |
| εσείς | φυτέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυτέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φύτευε |
| εσείς | φυτεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φύτεψε |
| εσείς | φυτέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυτέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φυτεύομαι |
| εσύ | φυτεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυτεύεται |
| εμείς | φυτευόμαστε |
| εσείς | φυτεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυτεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | φυτευόμουν |
| εσύ | φυτευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυτευόταν |
| εμείς | φυτευόμασταν |
| εσείς | φυτευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυτεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | φυτεύτηκα |
| εσύ | φυτεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυτεύτηκε |
| εμείς | φυτευτήκαμε |
| εσείς | φυτευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυτεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φυτευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φυτευτώ |
| εσύ | φυτευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φυτευτεί |
| εμείς | φυτευτούμε |
| εσείς | φυτευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φυτευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φυτεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φυτέψου |
| εσείς | φυτευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φυτευτεί |