Conjugation of φτύνω
ˈfti.noβγάζω από το στόμα μου με δύναμη κάτι (συνήθως ενοχλητικό), π.χ. τροφή ή φλέμα κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φτύνω |
| εσύ | φτύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτύνει |
| εμείς | φτύνουμε |
| εσείς | φτύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έφτυνα |
| εσύ | έφτυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφτυνε |
| εμείς | φτύναμε |
| εσείς | φτύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφτυναν |
Αόριστος
| εγώ | έφτυσα |
| εσύ | έφτυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφτυσε |
| εμείς | φτύσαμε |
| εσείς | φτύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφτυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φτύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φτύσω |
| εσύ | φτύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτύσει |
| εμείς | φτύσουμε |
| εσείς | φτύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φτύνε |
| εσείς | φτύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φτύσε |
| εσείς | φτύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φτύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φτύνομαι |
| εσύ | φτύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτύνεται |
| εμείς | φτυνόμαστε |
| εσείς | φτύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | φτυνόμουν |
| εσύ | φτυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτυνόταν |
| εμείς | φτυνόμασταν |
| εσείς | φτυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | φτύστηκα |
| εσύ | φτύστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτύστηκε |
| εμείς | φτυστήκαμε |
| εσείς | φτυστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτύστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φτυστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φτυστώ |
| εσύ | φτυστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτυστεί |
| εμείς | φτυστούμε |
| εσείς | φτυστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτυστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φτύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φτύσου |
| εσείς | φτυστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φτυστεί |