HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φτύνω — definition

Conjugation of φτύνω

Regular CEFR C2
ˈfti.no

βγάζω από το στόμα μου με δύναμη κάτι (συνήθως ενοχλητικό), π.χ. τροφή ή φλέμα κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φτύνω
εσύ φτύνεις
αυτός / αυτή / αυτό φτύνει
εμείς φτύνουμε
εσείς φτύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά φτύνουν
Παρατατικός
εγώ έφτυνα
εσύ έφτυνες
αυτός / αυτή / αυτό έφτυνε
εμείς φτύναμε
εσείς φτύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφτυναν
Αόριστος
εγώ έφτυσα
εσύ έφτυσες
αυτός / αυτή / αυτό έφτυσε
εμείς φτύσαμε
εσείς φτύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφτυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φτύσω
εσύ φτύσεις
αυτός / αυτή / αυτό φτύσει
εμείς φτύσουμε
εσείς φτύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φτύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φτύνε
εσείς φτύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φτύσε
εσείς φτύστε
Απαρέμφατο αορίστου
φτύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φτύνομαι
εσύ φτύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φτύνεται
εμείς φτυνόμαστε
εσείς φτύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φτύνονται
Παρατατικός
εγώ φτυνόμουν
εσύ φτυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φτυνόταν
εμείς φτυνόμασταν
εσείς φτυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φτύνονταν
Αόριστος
εγώ φτύστηκα
εσύ φτύστηκες
αυτός / αυτή / αυτό φτύστηκε
εμείς φτυστήκαμε
εσείς φτυστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φτύστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτυστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φτυστώ
εσύ φτυστείς
αυτός / αυτή / αυτό φτυστεί
εμείς φτυστούμε
εσείς φτυστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φτυστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φτύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φτύσου
εσείς φτυστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φτυστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary