Conjugation of φταίω
[ˈfteo]είμαι υπαίτιος για κάποιο σφάλμα, κάτι δυσάρεστο ή αρνητικό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φταίω |
| εσύ | φταις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φταίει |
| εμείς | φταίμε |
| εσείς | φταίτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φταίνε |
Παρατατικός
| εγώ | έφταιγα |
| εσύ | έφταιγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφταιγε |
| εμείς | φταίγαμε |
| εσείς | φταίγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφταιγαν |
Αόριστος
| εγώ | έφταιξα |
| εσύ | έφταιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφταιξε |
| εμείς | φταίξαμε |
| εσείς | φταίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφταιξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φταίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φταίξω |
| εσύ | φταίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φταίξει |
| εμείς | φταίξουμε |
| εσείς | φταίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φταίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φταίτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φταίξε |
| εσείς | φταίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φταίξει |