HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φονεύω — definition

Conjugation of φονεύω

Regular CEFR B1
foˈne.vo

σκοτώνω άνθρωπο, θανατώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φονεύω
εσύ φονεύεις
αυτός / αυτή / αυτό φονεύει
εμείς φονεύουμε
εσείς φονεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά φονεύουν
Παρατατικός
εγώ φόνευα
εσύ φόνευες
αυτός / αυτή / αυτό φόνευε
εμείς φονεύαμε
εσείς φονεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά φόνευαν
Αόριστος
εγώ φόνευσα
εσύ φόνευσες
αυτός / αυτή / αυτό φόνευσε
εμείς φονεύσαμε
εσείς φονεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φόνευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φονεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φονεύσω
εσύ φονεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό φονεύσει
εμείς φονεύσουμε
εσείς φονεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά φονεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φόνευε
εσείς φονεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φόνευσε
εσείς φονεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
φονεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φονεύομαι
εσύ φονεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φονεύεται
εμείς φονευόμαστε
εσείς φονεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φονεύονται
Παρατατικός
εγώ φονευόμουν
εσύ φονευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φονευόταν
εμείς φονευόμασταν
εσείς φονευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φονεύονταν
Αόριστος
εγώ φονεύτηκα
εσύ φονεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό φονεύτηκε
εμείς φονευτήκαμε
εσείς φονευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φονεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φονευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φονευτώ
εσύ φονευτείς
αυτός / αυτή / αυτό φονευτεί
εμείς φονευτούμε
εσείς φονευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φονευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φονεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φονεύσου
εσείς φονευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φονευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary