Conjugation of υποχωρώ
i.po.xoˈroενδίδω σε μια διαμάχη ή διαπραγμάτευση, σταματώ να προβάλλω το σύνολο των απαιτήσεών μου ή τα επιχειρήματά μου, υποκύπτω και δέχομαι τις απαιτήσεις ή τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποχωρώ |
| εσύ | υποχωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχωρεί |
| εμείς | υποχωρούμε |
| εσείς | υποχωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | υποχωρούσα |
| εσύ | υποχωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχωρούσε |
| εμείς | υποχωρούσαμε |
| εσείς | υποχωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | υποχώρησα |
| εσύ | υποχώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχώρησε |
| εμείς | υποχωρήσαμε |
| εσείς | υποχωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποχωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποχωρήσω |
| εσύ | υποχωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχωρήσει |
| εμείς | υποχωρήσουμε |
| εσείς | υποχωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποχωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποχώρησε |
| εσείς | υποχωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποχωρήσει |