HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υποχωρώ — definition

Conjugation of υποχωρώ

Regular CEFR C2
i.po.xoˈro

ενδίδω σε μια διαμάχη ή διαπραγμάτευση, σταματώ να προβάλλω το σύνολο των απαιτήσεών μου ή τα επιχειρήματά μου, υποκύπτω και δέχομαι τις απαιτήσεις ή τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υποχωρώ
εσύ υποχωρείς
αυτός / αυτή / αυτό υποχωρεί
εμείς υποχωρούμε
εσείς υποχωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υποχωρούν
Παρατατικός
εγώ υποχωρούσα
εσύ υποχωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό υποχωρούσε
εμείς υποχωρούσαμε
εσείς υποχωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υποχωρούσαν
Αόριστος
εγώ υποχώρησα
εσύ υποχώρησες
αυτός / αυτή / αυτό υποχώρησε
εμείς υποχωρήσαμε
εσείς υποχωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υποχώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποχωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υποχωρήσω
εσύ υποχωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό υποχωρήσει
εμείς υποχωρήσουμε
εσείς υποχωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υποχωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υποχωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υποχώρησε
εσείς υποχωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
υποχωρήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary