Conjugation of υποχρεώνω
i.po.xɾeˈo.noκάνω σε κάποιον μια χάρη ή εκδούλευση κι αυτός αισθάνεται ευγνωμοσύνη και την ανάγκη να μου το ξεπληρώσει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποχρεώνω |
| εσύ | υποχρεώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρεώνει |
| εμείς | υποχρεώνουμε |
| εσείς | υποχρεώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρεώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | υποχρέωνα |
| εσύ | υποχρέωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρέωνε |
| εμείς | υποχρεώναμε |
| εσείς | υποχρεώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρέωναν |
Αόριστος
| εγώ | υποχρέωσα |
| εσύ | υποχρέωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρέωσε |
| εμείς | υποχρεώσαμε |
| εσείς | υποχρεώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρέωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποχρεώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποχρεώσω |
| εσύ | υποχρεώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρεώσει |
| εμείς | υποχρεώσουμε |
| εσείς | υποχρεώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρεώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υποχρέωνε |
| εσείς | υποχρεώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποχρέωσε |
| εσείς | υποχρεώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποχρεώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποχρεώνομαι |
| εσύ | υποχρεώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρεώνεται |
| εμείς | υποχρεωνόμαστε |
| εσείς | υποχρεώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρεώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποχρεωνόμουν |
| εσύ | υποχρεωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρεωνόταν |
| εμείς | υποχρεωνόμασταν |
| εσείς | υποχρεωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρεώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποχρεώθηκα |
| εσύ | υποχρεώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρεώθηκε |
| εμείς | υποχρεωθήκαμε |
| εσείς | υποχρεωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρεώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποχρεωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποχρεωθώ |
| εσύ | υποχρεωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποχρεωθεί |
| εμείς | υποχρεωθούμε |
| εσείς | υποχρεωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποχρεωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποχρεώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποχρεώσου |
| εσείς | υποχρεωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποχρεωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.