Meaning of υποχρεώνω | Babel Free
/i.po.xɾeˈo.no/Ορισμοί
- εξαναγκάζω, επιβάλλω
- δεσμεύω
- κάνω σε κάποιον μια χάρη ή εκδούλευση κι αυτός αισθάνεται ευγνωμοσύνη και την ανάγκη να μου το ξεπληρώσει
Παραδείγματα
“Ο νόμος μας υποχρεώνει να τον φυλακίσουμε.”
The law obliges us to imprison him.
“Με βοήθησε τόσο πολύ! Έχω υποχρεωθεί σ’ αυτόν τον καλό άνθρωπο!”
He helped me so much! I am indebted to this good fellow!
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.